Παρασκευή, 31 Αυγούστου 2018

Phil Campbell And The Bastard Sons, Full House Brew Crew, Beggars-Gagarin 205 (29/8/2018)

 Όσα χρόνια ακούω αυτή τη μουσική και παρόλη τη λατρεία που έχω προς τους Motorhead, δεν κατάφερα ποτέ μου να τους δω live, και αυτό αποτελεί ένα μεγάλο κρίμα για εμένα και για πολλούς άλλους οπαδούς που βρίσκονται σε παρόμοια μοίρα. Αυτός μάλιστα ήταν και ο κύριος λόγος που ήθελα να δω μια συναυλία που ο μεγάλος πρωταγωνιστής θα ήταν ο επί 35 περίπου χρόνια κιθαρίστας τους, Phil Campbell. Ο ίδιος μαζί με τους τρεις γιους του, έκανε την παρθενική του εμφάνιση στην Ελλάδα στο Chania Rock Festival, και τα λόγια όλων ήταν θετικά, έτσι αυτό αποτέλεσε μεγάλη ευκαιρία να δω τους Phil Campbell And The Bastard Sons, πόσο μάλλον εν έτει 2018 που κουβαλούν στις αποσκευές τουw και το πρώτο τους άλμπουμ "Age Of Absurdity". Το απόγευμα της Τετάρτης, έχοντας ήδη συναντήσει-πετώντας από τη χαρά μου- τον Phil Campbell, ο ενθουσιασμός μου μετατράπηκε σε μια μικρή απογοήτευση, με το ενδιαφέρον του Αθηναϊκού κοινού, αν και στη πορεία όλα σχεδόν έφτιαξαν.


Ελάχιστα λεπτά πριν τις 21:00, πατούν στο σανίδι οι Beggars που με τους heavy rock ρυθμούς τους, έδωσαν λίγο από το ηχόχρωμα των Motorhead, ταιριάζοντας τέλεια με τη προχθεσινή βραδιά.
Η εμπειρία τους μέσα σε τόσες ζωντανές εμφανίσεις, βγαίνει διάχυτη, και το αλητικό στυλ που υπηρετούν δεν κρύβεται μέσα σε τόσες επιρροές, όπως οι Black Sabbath, το stoner στοιχείο, τα blues καθώς και η αγριάδα της punk. Αν και ο ήχος τους μέσα σε τόση βρώμα, ήταν από τους καλύτερους που έχω ακούσει στο Gagarin,  δε συγκίνησε πολλούς, δυστυχώς, καθώς με το ζορί συμπληρώναμε πενηντάδα μέσα στο club. Παρόλα αυτά, κομμάτια όπως το εναρκτήριο "Motorchrist", το πιο southern "Devil's Highway" και "Νot My War", ήταν αυτά που με άγγιξαν, και το σχεδόν 45λεπτο set τους, προσωπικά δε με άφησε αδιάφορο, αφού σίγουρα οι ήχοι τους, μαζί με λίγη μπύρα αποτέλεσαν ένα δυνατό ζέσταμα για ότι θα επόταν εν συνεχεία...

Χωρίς να ξεφεύγουμε από την "αμερικανίλα" στη μουσική, με λίγες καθυστερήσεις, τη σκυτάλη παίρνει η μπάντα του Βαγγέλη, μπασίστα των Rotting Christ, οι Full House Brew Crew. Μια αλλαγή, που έγινε στο 90', αφού αρχικά ήταν να παίξουν στη θέση τους, οι επίσης "δικοί" μας, Rollin' Dice.
Mε το κοινό σιγά σιγά να μαζεύεται, οι Έλληνες metallers, με τον δικό τους "μάτσο" αέρα, έδωσαν ιδιαίτερη μνεία στον επικείμενο διάδοχο του "Bet It All", το οποίο ξεφέυγει από την ατμόσφαιρα των BLS, και ακολουθεί τα groovy μονοπάτια της "αδερφής" μπάντας τους, Pantera αλλά και των Godsmack , ενώ σιγά σιγά φαίνεται πως ο ήχος τους αποκτά ταυτότητα. Βέβαια, εκτός των νέων κομματιών, όπως το "Bury Me, "Hallow God", "Cannot Be Judged" και "Me Against You", έπαιξαν και πράγματα από το ντεμπούτο τους, όπως το "Black Shade", "Black Empty Box" και για το τέλος, το "No Retreat". Η σκηνική τους παρουσία ήταν πιο δυναμική, ενώ όσο περνούσε η ώρα ο κόσμος μαζευόταν, κάνοντας και το ίδιο το κοινό πιο ενεργό, μέχρι να έρθει η ώρα για τον headliner της βραδιας.

Το ρολόι δειχνει λίγα λεπτά πριν τις 11 το βράδυ, και υπό τους ήχους του "Highway Star" των Deep Purple, και στο καπάκι μουσικές των Monty Python, οι γιοι του Phil Campbell, στη συνέχεια ο μπροστάρης, Neil Starr, και τέλος ο θρυλικός κιθαρίστας των Motorhead, λαμβάνουν θέσεις και ξεκινούν με το "Big Mouth" από το πρώτο τους άλμπουμ. Προς τιμήν τους, οι Bastard Sons, δεν επαναπαύτηκαν μόνο στις ένδοξες εποχές του Wizzo, αφού κομμάτια από το ντεμπούτο τους, είχαν περίοπτη θέση, ενώ δεν έλειψε και η διασκευή στο "Silver Machine" των Hawkwind, η οποία υπάρχει και στο "Age Of Absurdity". Η οικογένεια Campbell, είχε τον τρόπο να πάρει τον ακροατή στο μουσικό της ταξίδι, με τους γιους να έχουν πάρει μαθήματα από τον μεγάλο, ενώ ο ίδιος ο μπαμπάς Phil, χωρίς υπερβολές αλλά με σταθερές κινήσεις και αρκετή ενέργεια, έδωσε μαθήματα rock n roll, και με το ψιλοgroove ύφος που έχει με τους Bastard Sons, αλλά και φυσικά με το στυλ που έγινε γνωστός πλάι στους Motorhead. Όσον αφορά τον τραγουδιστή, έδεσε τέλεια σαν δίδυμο, με τον "rockstar" της μπάντας, ενώ ήταν πολύ επικοινωνιακός με το κοινό, χιουμορίστας και απόλυτος χαβαλές με τις κινήσεις και το στυλ του, ενώ πέραν της αρμοδιότητας του στα πολύ καλά κομμάτια του ντεμπούτου του με τους  Sons, το μεγάλο στοίχημα ήταν στο ύφος των Motorhead, ο οποίος ήταν πραγματικά τίμιος. Μέσα από κομμάτια όπως το "Deaf Forever", "Going To Brazil", "Rock N Roll", "R.A.M.O.N.E.S" και του "Ace Of Spades", που έγινε χαμός, εγώ προσωπικά ξεχώρισα την προσπάθεια του στο "Born To Raise Hell", που έδωσε πόνο με τις θεατρικές και ιδιαίτερες αλλαγές της φωνής, αλλά και στο "Orgasmatron" που βγήκε το γρέζι λίγο σαν του Lemmy, ενώ και το υπόλοιπο παρεάκι έπαιξε σαν να το άκουγα από δίσκο. Όσον αφορά τα τραγούδια του δικού τους άλμπουμ, ξεχώρισα ζωντανά το δυναμικό "Ringleader" και το προσωπικό μου αγαπημένο "Dark Days", ενώ στεναχωρέθηκα που έλαμψε δια της απουσίας του το "Spiders", καθώς και το "Killed By Death", όσον αφορά τα κομμάτια του παρελθόντος. 
Εκτός των άλλων, μιλάμε για μια συναυλία γεμάτη πάθος, ιδρώτα καπνό και πολύ αλκόολ, που σίγουρα θα μείνει αξέχαστη, αφού το 1/3 των Motorhead ένωσε με τους ήχους του το τότε και το τώρα, και θεωρώ κρίμα που δε μάζεψε πάνω από περίπου 300 άτομα, ενώ τέλος θέλω να κάνω ένα παράπονο σε κάθε "φωτογράφο" ο οποίος ενώ τέλειωσε τη δουλειά του στο "photopit", χωρίς να είναι ικανοποιημένος, δε δίσταζε να ενοχλεί τους θαμώνες των μπροστινών σειρών.

Γιάννης Χαρτζανιώτης


Δεν υπάρχουν σχόλια: